Πρόταση για τον "συμπαραστάτη του δημότη και της επιχείρησης" στον Δήμο Αθηναίων

 

Σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 5 του Καλλικράτη, “ ο συμπαραστάτης μπορεί επίσης να προβαίνει στη διατύπωση προτάσεων βελτίωσης της δημοτικής διοίκησης και των σχέσεών της με το κοινό, τόσο στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του, όσο και επ’ ευκαιρία σημαντικών προβλημάτων κακοδιοίκησης που ο ίδιος εντοπίζει. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι ειδικές προτάσεις του συμπαραστάτη υποβάλλονται στον δήμαρχο και κοινοποιούνται στο δημοτικό συμβούλιο και στον γενικό γραμματέα του δήμου. Τόσο η ετήσια έκθεση όσο και οιειδικές προτάσεις του συμπαραστάτη αναρτώνται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα του δήμου με φροντίδα τωνδημοτικών υπηρεσιών”.

 

Η δυνατότητα του συμπαραστάτη να δίνει προτεραιότητα σε ζητήματα που ο ίδιος κρίνει “σημαντικά προβλήματα κακοδιοίκησης” του παρέχει μια ευρεία διακριτική ευχέρεια ανάδειξης προβλημάτων που επικρατούν στις δημοτικές υπηρεσίες. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος με αυτόν τον τρόπο να υποβαθμιστούν ή έστω να μην τύχουν αντίστοιχης ειδικής αντιμετώπισης ζητήματα τα οποία, τουλάχιστον για τους δημότες, αποκτούν αυξημένη προτεραιότητα.

 

Θα πρέπει λοιπόν, παράλληλα προς την πλήρη διακριτική ευχέρεια, για λόγους ίσης μεταχείρισης και διαφάνειας, να προδιατυπωθούν  αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων ο συμπαραστάτης θα υποβάλλει ειδική πρόταση στο δήμαρχο.

 

Δεδομένου ότι ο νόμος δεν προβλέπει την υποβολή καταγγελιών από συλλογικότητες (δηλ. νομικά πρόσωπα, πέραν των “επιχειρήσεων”), το σχετικό κενό θα μπορούσε να καλυφθεί με την δημόσια δέσμευση ότι ο συμπαραστάτης θα ασχολείται σε επίπεδο ειδικής πρότασης σε περίπτωση που ένα ζήτημα αποτελεί αντικείμενο αρκετών καταγγελιών που έχουν ήδη υποβληθεί. Για να μην υπάρξει όμως στρεβλή χρήση της δέσμευσης, προκειμένου οι καταγγελίες να οδηγήσουν στην υποβολή ειδικής πρότασης, θα πρέπει προηγουμένως να έχει αποβεί άκαρπη η διαδικασία διαμεσολάβησης σε “τρία βήματα”, όπως αυτή περιγράφεται παραπάνω.

 

Η δέσμευση αυτή μπορεί να αποτελέσει περιεχόμενο του “κανονισμού λειτουργίας και προσδιορισμού αρμοδιότητας του συμπαραστάτη”, για τον οποίο γίνεται λόγος στο επόμενο κεφάλαιο.

Οι αρχές της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης επιβάλλουν την δημόσια δέσμευση του συμπαραστάτη για τις γενικές αρχές της λειτουργίας του, τις δυνατότητες που έχουν οι ενδιαφερόμενοι για την πρόσβαση στις υπηρεσίες του και τις προσδοκίες που μπορούν να έχουν από την διαμεσολάβηση του συμπαραστάτη.

 

Οι βέλτιστες πρακτικές που πρόκειται να ακολουθηθούν, όπως είναι οι μέθοδοι και οι διαδικασίες που έχουν περιγραφεί στην παρούσα πρόταση, θα πρέπει να αποτελέσουν περιεχόμενο ενός τέτοιου κανονισμού λειτουργίας. Η αναγκαιότητα αυτή επιβάλλεται ιδίως λόγω του μεγάλου βαθμού αφαίρεσης που διέπει το νομοθετικό κείμενο στο άρθρο 77 του Καλλικράτη.

 

Ειδικά κατά την έναρξη λειτουργίας του νέου αυτού θεσμού, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να είναι εκ των προτέρων ενημερωμένοι με κάθε δυνατή λεπτομέρεια για το εύρος της αρμοδιότητας, τις δυνατότητες πρόσβασης, τη μεθοδολογία της διαμεσολάβησης και την έκταση της επιρροής του συμπαραστάτη στις δημοτικές αρχές.

 

Σύμφωνα μάλιστα με την παρ. 4 του άρθρου 77 του Καλλικράτη, καθιερώνεται ο μη αποκλεισμός της αρμοδιότητας άλλων διαμεσολαβητικών και ελεγκτικών αρχών (ρητά αναφέρονται ο Συνήγορος του Πολίτη και ο Ελεγκτής της Νομιμότητας). Αντικείμενο του κανονισμού λειτουργίας και προσδιορισμού της αρμοδιότητας θα είναι να περιγράφονται τα όρια των τυχόν παράλληλων αρμοδιοτήτων καθώς και των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων άλλων οργάνων έναντι της περιορισμένης αρμοδιότητας του συμπαραστάτη.

 

Μια από τις πρώτες εργασίες λοιπόν του συμπαραστάτη και των συνεργατών του θα πρέπει να είναι η κατάρτιση αυτού του κανονισμού λειτουργίας και προσδιορισμού των αρμοδιοτήτων του, καθώς και η δημοσίευσή τους στην ιστοσελίδα του Δήμου.

 

 

 

 

Η αρμοδιότητα του συμπαραστάτη συντρέχει με την αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη, την οποία και δεν αναιρεί. Βεβαίως, ο συμπαραστάτης ενδεχομένως μπορεί να λειτουργήσει πιο γρήγορα και ίσως πιο αποτελεσματικά ιδίως λόγω και της εγγύτητάς του με την πηγή του προβλήματος, αλλά και της σταδιακά αποκτώμενης εξειδίκευσης στα δημοτικά/περιφερειακά ζητήματα που ανακύπτουν. Από την άλλη πλευρά, ο Συνήγορος του Πολίτη διαθέτει συνταγματική κατοχύρωση, συσσωρευμένη εμπειρία και επίπεδο οργάνωσης που μπορούν να αποτελέσουν εχέγγυα για την αντιμετώπιση πιο σύνθετων, σοβαρών ή πολύπλοκων ζητημάτων (όπου π.χ. υπάρχει συναρμοδιότητα ή ευθύνη και κρατικών οργάνων και φορέων ή σε διαδημοτικής φύσης ζητήματα).

 

Σε αυτό το πλαίσιο, η συνεργασία και αλληλοτροφοδότηση μεταξύ συμπαραστάτη και Συνηγόρου του Πολίτη αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη οδό. Το ίδιο ισχύει και για το νέο θεσμό του “Ελεγκτή της Νομιμότητας”, ο οποίος ελέγχει τη νομιμότητα των συλλογικών οργάνων των δημοτικών και περιφερειακών αρχών. Αυτό πρακτικά σημαίνει: την εκ μέρους του συμπαραστάτη παραπομπή των ενδιαφερομένων στον Συνήγορο του Πολίτη ή/και τον Ελεγκτή Νομιμότητας, όταν από την εξέταση της υπόθεσης διαφαίνεται ότι έτσι μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά το πρόβλημα του δημότη ή της επιχείρησης, την (άτυπη έστω) υποβολή των ετήσιων εκθέσεων του συμπαραστάτη στον Συνήγορο του Πολίτη ώστε να τις λαμβάνει υπ’ όψιν, κλπ.

 

Στην αρχική πρόταση αναφέραμε ότι εάν η προϊστάμενη αρχή ανταποκριθεί αρνητικά στο Πόρισμα, ο συμπαραστάτης ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για τις εναλλακτικές επιλογές που έχει (λ.χ. Συνήγορος του Πολίτη, Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, δικαστήρια, άλλες αρμόδιες αρχές) ενώ ταυτόχρονα, σε περίπτωση που διαπιστώσει πιθανές παραβάσεις ποινικών διατάξεων από τις υπηρεσίες του δήμου (όπως λ.χ. παράβαση καθήκοντος) συντάσσει σχετική αναφορά προς τον αρμόδιο εισαγγελέα και γνωστοποιεί την ενέργειά του αυτή στην ιστοσελίδα του, με τήρηση πάντοτε των προσωπικών δεδομένων των ατόμων που αφορά η υπόθεση.

 

Από τις ετήσιες εκθέσεις των εν ενεργεία συμπαραστατών του δημότη και της επιχείρησης  έχει διαπιστωθεί ότι η μέθοδος των “τριών βημάτων” ακολουθείται και, σε αρκετές περιπτώσεις, οι συμπαραστάτες απέστειλαν υποθέσεις στις εισαγγελικές αρχές. Ωστόσο, η αποστολή του συμπαραστάτη του δημότη δεν είναι αυτή της υποκατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, ούτε του “δικομανή” δημόσιου λειτουργού. Η αποστολή στοιχείων στον εισαγγελέα θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη φειδώ και, καθώς δεν προβλέπεται ρητώς ως αρμοδιότητα του συμπαραστάτη (αντίθετα με την νομοθεσία για τον Συνήγορο του Πολίτη), η επικοινωνία με την εισαγγελική αρχή  προϋποθέτει απαραιτήτως συνεννόηση με τις αρμόδιες δημοτικές αρχές. 

 

 

σύνοψη

Η παρούσα πρόταση αφορά την οργάνωση και λειτουργία του συμπαραστάτη του δημότη και της επιχείρησης για τον Δήμο Αθηναίων.

Η αποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία του νέου θεσμού επιβάλλει την τήρηση των παρακάω αρχών:
αρχή της αμεροληψίας, αντικειμενικότητας και ανεξαρτησίας
αρχή της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης
αρχή της προστασίας των προσωπικών δεδομένων
αρχή της επιείκειας
αρχή της ταχείας επίλυσης των διαφορών

Η ευχέρεια πρόσβασης στις διαμεσολαβητικές υπηρεσίες του συμπαραστάτη επιβάλλει την δυνατότητα υποβολής καταγγελιών:
γραπτώς με υποβολή στη γραμματεία
μέσω fax
τηλεφωνικώς
διαδικτυακά

Η ανάγκη άμεσης ανταπόκρισης κι ευέλικτης επίλυσης των προβλημάτων επιβάλλει την σύντομη διαδικασία των τριών βημάτων:
τηλεφωνική επικοινωνία του συμπαραστάτη με την καταγγελλόμενη υπηρεσία
επίσκεψη του συμπαραστάστη στην καταγγελλόμενη υπηρεσία
σύνταξη και δημοσίευση πορίσματος στην προϊστάμενη δημοτική αρχή

Οι αρμοδιότητες, οι θεσμικές δυνατότητες, οι περιπτώσεις υποβολής προτάσεων στο δημοτικό συμβούλιο μέσω του δημάρχου και οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης που παρέχει ο συμπαραστάτης, καθώς και η σχέση του με άλλους ελεγκτικούς φορείς, θα πρέπει να διατυπωθούν με σαφήνεια σε έναν κανονισμό λειτουργίας και προσδιορισμού αρμοδιοτήτων που θα πρέπει να αναρτηθεί στο Διαδίκτυο, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν εκ των προτέρων την χρησιμότητα του θεσμού.

Ετικετοσύννεφο